employee
emp
ˈɪmp
ιμπ
loyee
lɔɪi:
λοϊι

Ορισμός και σημασία του "employee"στα αγγλικά

01

υπάλληλος, εργαζόμενος

someone who is paid by another to work for them 
employee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
employees
Παραδείγματα
The boss expected all the employees to arrive at work on time every day. 

Το αφεντικό περίμενε όλοι οι υπάλληλοι να φτάνουν στη δουλειά στην ώρα τους κάθε μέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store