Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to employ
01
προσλαμβάνω, απασχολώ
to give work to someone and pay them
Transitive: to employ sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
employ
γ΄ ενικό πρόσωπο
employs
ενεστώτα μετοχή
employing
απλός αόριστος
employed
παθητική μετοχή
employed
Παραδείγματα
Are you planning to employ any interns this summer?
Σχεδιάζετε να προσλάβετε πρακτικάριους αυτό το καλοκαίρι;
02
χρησιμοποιώ, απασχολώ
to make use of something for a particular purpose
Transitive: to employ sth
Παραδείγματα
The teacher employed visual aids to make the lesson more engaging.
Ο δάσκαλος χρησιμοποίησε οπτικά βοηθήματα για να κάνει το μάθημα πιο ελκυστικό.
Employ
01
απασχόληση, δουλειά
the state of being employed or having a job
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
employs
Λεξικό Δέντρο
employed
employer
employment
employ



























