Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to employ
01
προσλαμβάνω, απασχολώ
to give work to someone and pay them
Transitive: to employ sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
employ
γ΄ ενικό πρόσωπο
employs
ενεστώτα μετοχή
employing
απλός αόριστος
employed
παθητική μετοχή
employed
Παραδείγματα
We are planning to employ a gardener to maintain our large yard.
Σχεδιάζουμε να προσλάβουμε έναν κηπουρό για τη συντήρηση του μεγάλου κήπου μας.
02
χρησιμοποιώ, απασχολώ
to make use of something for a particular purpose
Transitive: to employ sth
Παραδείγματα
She employed her creativity to solve the problem in an innovative way.
Χρησιμοποίησε τη δημιουργικότητά της για να λύσει το πρόβλημα με ένα καινοτόμο τρόπο.
Employ
01
απασχόληση, δουλειά
the state of being employed or having a job
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
employed
employer
employment
employ



























