employer
emp
ˈɪmp
imp
loyer
lɔɪə
loye
enjoyerannoyerfoyer

Ορισμός και σημασία του "employer"στα αγγλικά

01

εργοδότης, αφεντικό

a person or organization that hires and pays individuals for a variety of jobs 
employer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
employers
Παραδείγματα
She found a new job with a reputable employer who offered competitive benefits and opportunities for advancement. 

Βρήκε μια νέα δουλειά με έναν αξιόπιστο εργοδότη που προσέφερε ανταγωνιστικά οφέλη και ευκαιρίες για προαγωγή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store