empiric
Pronunciation
/ɛmpˈɪɹɪk/

Ορισμός και σημασία του "empiric"στα αγγλικά

01

εμπειρικός, βασισμένος στην παρατήρηση ή την εμπειρία

based on observation or experience rather than theory or pure logic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The researcher used an empiric approach to gather data from real-world situations.
Ο ερευνητής χρησιμοποίησε μια εμπειρική προσέγγιση για τη συλλογή δεδομένων από πραγματικές καταστάσεις.
02

εμπειρικός, τσαρλατάνος

relying on medical quackery

Λεξικό Δέντρο

empirical
empiric
empire
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store