Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elastic
01
ελαστικό, εύκαμπτο
having a flexible quality, capable of returning to its original shape after being stretched or compressed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most elastic
συγκριτικός βαθμός
more elastic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The waistband of the stretchy leggings was elastic, providing a comfortable fit.
Η ζώνη των ελαστικών κολάν ήταν ελαστική, παρέχοντας μια άνετη εφαρμογή.
Παραδείγματα
Her elastic personality helped her bounce back from setbacks and stay positive during tough times.
Η ελαστική προσωπικότητά της τη βοήθησε να αναπηδήσει από τις αποτυχίες και να παραμείνει θετική σε δύσκολες στιγμές.
Elastic
01
ελαστικό
a type of fabric or material that is stretchy and able to return to its original shape after being pulled or stretched
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
elastics
Παραδείγματα
The waistband of the pants is made from elastic for a comfortable fit.
Η ζώνη του παντελονιού είναι κατασκευασμένη από ελαστικό για άνετη εφαρμογή.
02
λαστιχάκι, ελαστική ταινία
a rubber band used for holding items together or providing tension
Παραδείγματα
She used an elastic to secure the stack of papers on her desk.
Χρησιμοποίησε ένα λαστιχάκι για να ασφαλίσει τη στοίβα των χαρτιών στο γραφείο της.
Λεξικό Δέντρο
inelastic
elastic
elast



























