elastic
e
ɪ
i
las
ˈlæs
lās
tic
tɪk
tik
clasticspasticplasticdrastic

Ορισμός και σημασία του "elastic"στα αγγλικά

01

ελαστικό, εύκαμπτο

having a flexible quality, capable of returning to its original shape after being stretched or compressed 
elastic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most elastic
συγκριτικός βαθμός
more elastic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The waistband of the stretchy leggings was elastic, providing a comfortable fit. 

Η ζώνη των ελαστικών κολάν ήταν ελαστική, παρέχοντας μια άνετη εφαρμογή.

02

ελαστικός, ευέλικτος

able to adapt quickly to changing circumstances or recover easily from difficulties 
Παραδείγματα
Her elastic personality helped her bounce back from setbacks and stay positive during tough times. 

Η ελαστική προσωπικότητά της τη βοήθησε να αναπηδήσει από τις αποτυχίες και να παραμείνει θετική σε δύσκολες στιγμές.

01

ελαστικό

a type of fabric or material that is stretchy and able to return to its original shape after being pulled or stretched 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
elastics
Παραδείγματα
The waistband of the pants is made from elastic for a comfortable fit. 

Η ζώνη του παντελονιού είναι κατασκευασμένη από ελαστικό για άνετη εφαρμογή.

02

λαστιχάκι, ελαστική ταινία

a rubber band used for holding items together or providing tension 
Παραδείγματα
She used an elastic to secure the stack of papers on her desk. 

Χρησιμοποίησε ένα λαστιχάκι για να ασφαλίσει τη στοίβα των χαρτιών στο γραφείο της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store