elastic
Pronunciation
/ɪˈɫæstɪk/

Ορισμός και σημασία του "elastic"στα αγγλικά

01

ελαστικό, εύκαμπτο

having a flexible quality, capable of returning to its original shape after being stretched or compressed
elastic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most elastic
συγκριτικός βαθμός
more elastic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dough had an elastic consistency, making it easy to knead and shape.
Η ζύμη είχε μια ελαστική σύσταση, κάνοντας εύκολο το ζύμωμα και το σχηματισμό.
02

ελαστικός, ευέλικτος

able to adapt quickly to changing circumstances or recover easily from difficulties
Παραδείγματα
After a long day, her elastic sense of humor kept everyone in good spirits, despite the challenges they faced.
Μετά από μια μακριά μέρα, η ελαστική αίσθηση του χιούμορ της κράτησε όλους σε καλή διάθεση, παρά τις προκλήσεις που αντιμετώπισαν.
01

ελαστικό

a type of fabric or material that is stretchy and able to return to its original shape after being pulled or stretched
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
elastics
Παραδείγματα
The elastic in her yoga pants provided support and flexibility during her workout.
Το ελαστικό στα παντελόνια γιόγκα της παρείχε στήριξη και ευελιξία κατά τη διάρκεια της προπόνησής της.
02

λαστιχάκι, ελαστική ταινία

a rubber band used for holding items together or providing tension
Παραδείγματα
An elastic is handy for keeping hair in place during sports activities.
Ένα λαστιχάκι είναι χρήσιμο για να κρατάτε τα μαλλιά στη θέση τους κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store