Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Elastography
01
ελαστογραφία, τεχνική απεικόνισης που αξιολογεί την ελαστικότητα των ιστών
a medical imaging technique that assesses tissue elasticity, aiding in the identification of abnormalities without invasive procedures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
elastographies
LanGeek



























