elapid
e
ɪ
ι
la
ˈlæ
λαι
pid
pɪd
πιντ
/ɪlˈapɪd/

Ορισμός και σημασία του "elapid"στα αγγλικά

01

ελαπίδ, δηλητηριώδης φίδι με κούφια και ακίνητα δόντια

a venomous snake, known for its unique characteristic of possessing hollow and immovable fangs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
elapids
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store