effective
Pronunciation
/ɪˈfɛktɪv/

Ορισμός και σημασία του "effective"στα αγγλικά

01

αποτελεσματικός, αποδοτικός

achieving the intended or desired result
effective definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most effective
συγκριτικός βαθμός
more effective
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Wearing sunscreen every day is an effective way to protect your skin from sun damage.
Η χρήση αντηλιακού κάθε μέρα είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για να προστατεύσετε το δέρμα σας από τις ζημιές του ήλιου.
02

αποτελεσματικός, λειτουργικός

having force or being in operation from a specified time
Παραδείγματα
The new environmental law will be effective by the end of the quarter.
Ο νέος περιβαλλοντικός νόμος θα είναι αποτελεσματικός μέχρι το τέλος του τριμήνου.
03

αποτελεσματικός, πραγματικός

existing or happening in practice, even if not formally recognized or stated
Παραδείγματα
He held an effective leadership role, even without the formal title.
Διετέλεσε αποτελεσματικό ρόλο ηγεσίας, ακόμα και χωρίς τον τυπικό τίτλο.
01

αποτελεσματικός

a soldier who is physically fit and ready for active duty
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
effectives
Παραδείγματα
Only the effectives were deployed for the critical mission.
Μόνο οι αποτελεσματικοί αναπτύχθηκαν για την κρίσιμη αποστολή.

Λεξικό Δέντρο

effectively
effectiveness
ineffective
effective
effect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store