edgeless
edge
ˈɛʤ
ej
less
ləs
lēs
edginess

Ορισμός και σημασία του "edgeless"στα αγγλικά

01

χωρίς κόψη, αμβλύς

lacking a cutting edge 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most edgeless
συγκριτικός βαθμός
more edgeless
διαβαθμίσιμο
02

αμβλύς, αναποτελεσματικός

dull or ineffective for cutting or precision tasks 
Παραδείγματα
The knife was completely edgeless and couldn't cut through the fruit. 

Το μαχαίρι ήταν εντελώς αμβλύ και δεν μπορούσε να κόψει το φρούτο.

Λεξικό Δέντρο

edgeless
edge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store