edging
e
ˈɛ
e
dging
ʤɪng
jing
aging

Ορισμός και σημασία του "edging"στα αγγλικά

01

άκρη, περιθώριο

border consisting of anything placed on the edge to finish something (such as a fringe on clothing or on a rug) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
edgings
02

τεχνική άκρης, χρήση των άκρων

a climbing technique where climbers use the edges of their shoes to stand on small footholds 
Παραδείγματα
She felt more confident after mastering the art of edging on various surfaces. 

Αισθάνθηκε πιο σίγουρη μετά την κατάκτηση της τέχνης του προσαράγματος σε διάφορες επιφάνειες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

edging
edge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store