Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
edged
01
περιγραμμένος, πλαισιωμένος
having a specified kind of border or edge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most edged
συγκριτικός βαθμός
more edged
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
objects, geometry, texture
02
κοφτερός, ακονισμένος
having a sharp or well-defined cutting edge
Παραδείγματα
The swordsman wielded a finely edged blade, its razor-sharp edge glinting in the sunlight as he prepared for battle.
Ο σπαθαράς κρατούσε μια ακονισμένη λεπίδα, η κοφτερή της άκρη λάμπυριζε στον ήλιο καθώς ετοιμαζόταν για μάχη.
03
κοφτερός, πληκτικός
(of speech) harsh or hurtful in tone or character
LanGeek



























