edged
Pronunciation
/ˈɛdʒd/

Ορισμός και σημασία του "edged"στα αγγλικά

01

περιγραμμένος, πλαισιωμένος

having a specified kind of border or edge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most edged
συγκριτικός βαθμός
more edged
διαβαθμίσιμο
02

κοφτερός, ακονισμένος

having a sharp or well-defined cutting edge
Παραδείγματα
The edged tool was essential for carving intricate designs into wood.
Το κοφτερό εργαλείο ήταν απαραίτητο για τη σκάλιση περίπλοκων σχεδίων σε ξύλο.
03

κοφτερός, πληκτικός

(of speech) harsh or hurtful in tone or character
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store