Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
edged
01
περιγραμμένος, πλαισιωμένος
having a specified kind of border or edge
02
κοφτερός, ακονισμένος
having a sharp or well-defined cutting edge
Παραδείγματα
The edged tool was essential for carving intricate designs into wood.
Το κοφτερό εργαλείο ήταν απαραίτητο για τη σκάλιση περίπλοκων σχεδίων σε ξύλο.
03
κοφτερός, πληκτικός
(of speech) harsh or hurtful in tone or character



























