Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to eddy
01
περιστρέφομαι, στροβιλίζομαι
(of liquids or air) to move in a circular or swirling motion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
eddy
γ΄ ενικό πρόσωπο
eddies
ενεστώτα μετοχή
eddying
απλός αόριστος
eddied
παθητική μετοχή
eddied
Παραδείγματα
Leaves eddied in the wind before settling on the ground.
Τα φύλλα περιστρεφόταν στον αέρα πριν καταλήξουν στο έδαφος.
Eddy
01
δίνη, περιστροφικό ρεύμα
a circular current of water or air that moves against the main flow, creating a small whirlpool or whirl
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eddies
Παραδείγματα
The boat was briefly caught in an eddy near the river's bend.
Το σκάφος παγιδεύτηκε για λίγο σε ένα δίνης κοντά στην καμπή του ποταμού.



























