Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eagerly
01
πρόθυμα, με ενθουσιασμό
in a way that shows a strong and enthusiastic desire to have, do, or experience something
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He eagerly accepted the job offer without asking about the salary.
Δέχτηκε με ενθουσιασμό την προσφορά εργασίας χωρίς να ρωτήσει για τον μισθό.
1.1
πρόθυμα, με ανυπομονησία
in a highly expectant or anticipatory way
Παραδείγματα
We eagerly waited for the plane to land.
Περιμέναμε ανυπόμονα να προσγειωθεί το αεροπλάνο.
Λεξικό Δέντρο
eagerly
eager



























