Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eagerness
01
προθυμία, ζήλος
a strong desire or enthusiasm to do or have something
Παραδείγματα
She showed eagerness to start her new job.
Έδειξε προθυμία να ξεκινήσει τη νέα της δουλειά.
02
προθυμία, λαχτάρα
a positive feeling of wanting to push ahead with something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eagernesses
Λεξικό Δέντρο
eagerness
eager



























