Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eagerness
01
προθυμία, ζήλος
a strong desire or enthusiasm to do or have something
Παραδείγματα
She accepted the invitation with eagerness.
Δέχτηκε την πρόσκληση με προθυμία.
02
προθυμία, λαχτάρα
a positive feeling of wanting to push ahead with something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
eagerness
eager



























