dullness
dull
ˈdʌl
dal
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "dullness"στα αγγλικά

01

θαμπάδα, έλλειψη φωτεινότητας

a lack of visual brightness 
dullness definition and meaning
02

βαρύτητα, έλλειψη ευαισθησίας

lack of sensibility 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dullnesses
03

αμβλύτητα, έλλειψη αιχμηρότητας

without sharpness or clearness of edge or point 
04

βαρεμάρα, μονοτονία

the quality of lacking interestingness 
05

βραδύτητα κατανόησης, αμβλύτητα

the quality of being slow to understand 

Λεξικό Δέντρο

dullness
dull
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store