dulse
dulse
dʌls
νταλσ
convulse

Ορισμός και σημασία του "dulse"στα αγγλικά

01

dulse, ένα είδος βρώσιμων κόκκινων φυκιών

a type of edible red seaweed with a chewy texture and a salty, umami flavor 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dulses
Παραδείγματα
Adding a pinch of dulse flakes to my stir-fry enhances the overall taste. 

Η προσθήκη μιας πρέζας νιφάδων dulse στο τηγανητό μου ενισχύει τη γεύση συνολικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store