dubious
Pronunciation
/ˈdubiəs/

Ορισμός και σημασία του "dubious"στα αγγλικά

01

αμφίβολος, ύποπτος

causing doubt or suspicion
dubious definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dubious
συγκριτικός βαθμός
more dubious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company 's dubious financial practices raised concerns among investors.
Οι αμφίβολες οικονομικές πρακτικές της εταιρείας προκάλεσαν ανησυχίες στους επενδυτές.
02

αμφίβολος, αβέβαιος

(of a person) unsure or hesitant about the credibility or goodness of something
Παραδείγματα
She remained dubious, unsure if she could trust his promises.
Παρέμεινε αμφίβολη, αβέβαιη αν μπορούσε να εμπιστευτεί τις υποσχέσεις του.

Λεξικό Δέντρο

dubiously
dubiousness
dubious
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store