Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to draw up
01
συντάσσω, ετοιμάζω
to create a plan, document, or written agreement, often in a formal or official context
Transitive: to draw up a plan or document
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
draw
ενεστώτας
draw up
γ΄ ενικό πρόσωπο
draws up
ενεστώτα μετοχή
drawing up
απλός αόριστος
drew up
παθητική μετοχή
drawn up
Παραδείγματα
The lawyer was hired to draw up a contract outlining the terms of the business partnership.
Ο δικηγόρος προσλήφθηκε για να συντάξει ένα συμβόλαιο που περιγράφει τους όρους της επιχειρηματικής συνεργασίας.
02
σταματώ, παρατάω
to stop a vehicle, often in a particular location
Transitive: to draw up a vehicle
Παραδείγματα
The traffic officer signaled to draw up the cars to check for valid documents.
Ο αξιωματικός κυκλοφορίας έδωσε σήμα να σταματήσουν τα αυτοκίνητα για έλεγχο έγκυρων εγγράφων.
03
στεκόμαι όρθιος, στέκομαι σε εγρήγορση στάση
to stand in an upright or alert posture
Intransitive
Παραδείγματα
As the teacher entered the classroom, the students were instructed to draw up and sit attentively.
Καθώς ο δάσκαλος μπήκε στην τάξη, οι μαθητές κλήθηκαν να σηκωθούν και να καθίσουν προσεκτικά.
04
παρατάσσομαι, τακτοποιούμαι
(particularly of a group of soldiers) to stand in formation or order, based on ranks, height, etc.
Intransitive
Παραδείγματα
The drill sergeant ordered the recruits to draw up in precise military formation.
Ο λοχίας εκπαίδευσης διέταξε τους νεοσύλλεκτους να παραταχθούν σε ακριβή στρατιωτική σχηματισμό.
05
προσεγγίζω, τραβώ
to move a piece of furniture, especially a chair, near to something or someone
Transitive: to draw up a seat
Παραδείγματα
She decided to draw up a chair to the fireplace to enjoy the warmth.
Αποφάσισε να προσεγγίσει μια καρέκλα στο τζάκι για να απολαύσει τη ζεστασιά.



























