Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dramatically
01
δραματικά, σημαντικά
to a significantly large extent or by a considerable amount
Παραδείγματα
The company's profits increased dramatically after the strategic changes.
Τα κέρδη της εταιρείας αυξήθηκαν δραματικά μετά τις στρατηγικές αλλαγές.
1.1
θεατρικά, υπερβολικά
in a theatrical or exaggerated manner
Παραδείγματα
She sighed dramatically and flopped onto the couch.
Αναστέναξε δραματικά και έπεσε στον καναπέ.
1.2
δραματικά, θεαματικά
in a way that is exciting, impressive, or powerful in appearance or effect
Παραδείγματα
The building's dramatically curved roof caught everyone's attention.
Η δραματικά κυρτή στέγη του κτιρίου τράβηξε την προσοχή όλων.
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The students performed dramatically in their school play, impressing the audience.
Οι μαθητές έπαιξαν δραματικά στο σχολικό τους έργο, εντυπωσιάζοντας το κοινό.
Λεξικό Δέντρο
undramatically
dramatically



























