Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
drained
01
εξαντλημένος, κουρασμένος
depleted of physical or emotional energy
Παραδείγματα
The continuous challenges at work had left her emotionally drained and yearning for a break.
Οι συνεχείς προκλήσεις στη δουλειά την είχαν αφήσει συναισθηματικά εξαντλημένη και λαχταρούσα για ένα διάλειμμα.
02
αποφορτισμένος, εξαντλημένος
(of a battery, device, or electric source) having lost its electrical energy or charge
Παραδείγματα
We had to plug in the tablet because it was totally drained.
Έπρεπε να συνδέσουμε το τάμπλετ γιατί ήταν εντελώς αδιάθετο.
Λεξικό Δέντρο
undrained
drained
drain



























