diverging
diverging
daɪvɜ:dʒɪng
daivēdzhing
diverting

Ορισμός και σημασία του "diverging"στα αγγλικά

01

αποκλίνων, διαφοροποιούμενος

differing or becoming increasingly different over time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diverging
συγκριτικός βαθμός
more diverging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company's goals became diverging, with each department focusing on separate targets. 

Οι στόχοι της εταιρείας έγιναν αποκλίνοντες, με κάθε τμήμα να εστιάζει σε ξεχωριστούς στόχους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store