to diversify
Pronunciation
/daɪˈvɝsəˌfaɪ/, /dɪˈvɝsəˌfaɪ/

Ορισμός και σημασία του "diversify"στα αγγλικά

to diversify
01

διαφοροποιώ, διευρύνω την ποικιλία

(of a business) to increase the range of goods and services in order to reduce risk of failure
Intransitive: to diversify into a field of activity
to diversify definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diversify
γ΄ ενικό πρόσωπο
diversifies
ενεστώτα μετοχή
diversifying
απλός αόριστος
diversified
παθητική μετοχή
diversified
Παραδείγματα
The automotive manufacturer intends to diversify into electric vehicles.
Ο αυτοκινητοβιομηχανός σκοπεύει να διαφοροποιήσει τις δραστηριότητές του σε ηλεκτρικά οχήματα.
02

διαφοροποιώ, ποικίλλω

to change something in order to add variety to it
Transitive: to diversify sth
to diversify definition and meaning
Παραδείγματα
The chef decided to diversify the menu by incorporating new flavors and ingredients.
Ο σεφ αποφάσισε να διαφοροποιήσει το μενού ενσωματώνοντας νέες γεύσεις και συστατικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store