Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to diversify
01
διαφοροποιώ, διευρύνω την ποικιλία
(of a business) to increase the range of goods and services in order to reduce risk of failure
Intransitive: to diversify into a field of activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diversify
γ΄ ενικό πρόσωπο
diversifies
ενεστώτα μετοχή
diversifying
απλός αόριστος
diversified
παθητική μετοχή
diversified
Παραδείγματα
The automotive manufacturer intends to diversify into electric vehicles.
Ο αυτοκινητοβιομηχανός σκοπεύει να διαφοροποιήσει τις δραστηριότητές του σε ηλεκτρικά οχήματα.
02
διαφοροποιώ, ποικίλλω
to change something in order to add variety to it
Transitive: to diversify sth
Παραδείγματα
The chef decided to diversify the menu by incorporating new flavors and ingredients.
Ο σεφ αποφάσισε να διαφοροποιήσει το μενού ενσωματώνοντας νέες γεύσεις και συστατικά.
Λεξικό Δέντρο
diversified
diversify
divers



























