Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to diversify
01
διαφοροποιώ, διευρύνω την ποικιλία
(of a business) to increase the range of goods and services in order to reduce risk of failure
Intransitive: to diversify into a field of activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diversify
γ΄ ενικό πρόσωπο
diversifies
ενεστώτα μετοχή
diversifying
απλός αόριστος
diversified
παθητική μετοχή
diversified
Παραδείγματα
The technology company decided to diversify into the healthcare sector.
Η τεχνολογική εταιρεία αποφάσισε να διαφοροποιηθεί στον τομέα της υγείας.
02
διαφοροποιώ, ποικίλλω
to change something in order to add variety to it
Transitive: to diversify sth
Παραδείγματα
The university is working to diversify its faculty to create a more inclusive academic environment.
Το πανεπιστήμιο εργάζεται για να διαφοροποιήσει το διδακτικό του προσωπικό προκειμένου να δημιουργήσει ένα πιο περιεκτικό ακαδημαϊκό περιβάλλον.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
diversified
diversify
divers



























