Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to diverge
01
αποκλίνω, ξεχωρίζω
to move apart and continue in another direction
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
diverge
γ΄ ενικό πρόσωπο
diverges
ενεστώτα μετοχή
diverging
απλός αόριστος
diverged
παθητική μετοχή
diverged
Παραδείγματα
As the river flowed downstream, it began to diverge into smaller tributaries.
Καθώς ο ποταμός έρεε προς τα κάτω, άρχισε να αποκλίνει σε μικρότερους παραποτάμους.
02
αποκλίνω, ξεφεύγω
to deviate or move away from an established path or norm
Intransitive: to diverge from a norm
Παραδείγματα
The company decided to diverge from traditional marketing strategies and explore innovative digital campaigns.
Η εταιρεία αποφάσισε να αποκλίνει από τις παραδοσιακές στρατηγικές μάρκετινγκ και να εξερευνήσει καινοτόμες ψηφιακές καμπάνιες.
03
αποκλίνω, διαφέρω
(of views, opinions, etc.) to be different from each other
Intransitive
Παραδείγματα
During the debate, the candidates' views began to diverge on key economic policies.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, οι απόψεις των υποψηφίων άρχισαν να αποκλίνουν σε βασικές οικονομικές πολιτικές.
04
αποκλίνω, δεν συγκλίνω
(of a mathematical sequence or series) to not have a finite limit
Intransitive
Παραδείγματα
The infinite series 1 + 2 + 3 + 4 + ... diverges because it doesn't have a finite sum.
Η άπειρη σειρά 1 + 2 + 3 + 4 + ... αποκλίνει επειδή δεν έχει πεπερασμένο άθροισμα.
Λεξικό Δέντρο
divergence
divergent
diverging
diverge



























