Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disturbed
Παραδείγματα
She felt disturbed by the eerie sounds coming from the abandoned house.
Αισθάνθηκε ταραγμένη από τους απαίσιους ήχους που προέρχονταν από το εγκαταλελειμμένο σπίτι.
Παραδείγματα
The school has a special program for emotionally disturbed children.
Το σχολείο έχει ένα ειδικό πρόγραμμα για συναισθηματικά διαταραγμένα παιδιά.
03
διαταραγμένος, ταραγμένος
having been moved, altered, or displaced from the usual or original state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disturbed
συγκριτικός βαθμός
more disturbed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She noticed the disturbed arrangement of books on the shelf.
Παρατήρησε τη διαταραγμένη διάταξη των βιβλίων στο ράφι.
04
διαταραγμένος, ανήσυχος
(of sleep) interrupted or restless, lacking natural depth or continuity
Παραδείγματα
She woke up feeling tired after a night of disturbed sleep.
Ξύπνησε νιώθοντας κουρασμένη μετά από μια νύχτα διαταραγμένου ύπνου.
Λεξικό Δέντρο
undisturbed
disturbed
disturb



























