Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disputed
01
αμφισβητούμενος, διαφωνούμενος
causing disagreement or controversy, often publicly challenged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disputed
συγκριτικός βαθμός
more disputed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The disputed law has led to protests across the country.
Ο αμφισβητούμενος νόμος οδήγησε σε διαμαρτυρίες σε όλη τη χώρα.
Λεξικό Δέντρο
undisputed
disputed
dispute



























