disputed
dis
ˈdɪs
ντισ
pu
pju:
πγου
ted
tɪd
τιντ
disposed

Ορισμός και σημασία του "disputed"στα αγγλικά

01

αμφισβητούμενος, διαφωνούμενος

causing disagreement or controversy, often publicly challenged 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disputed
συγκριτικός βαθμός
more disputed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
argument, opinion, truth
Παραδείγματα
His disputed claim about the product's effectiveness sparked debates. 

Ο αμφισβητούμενος ισχυρισμός του σχετικά με την αποτελεσματικότητα του προϊόντος προκάλεσε συζητήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

undisputed
disputed
dispute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store