Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dispute
01
διαφωνώ, αμφισβητώ
to argue with someone, particularly over the ownership of something, facts, etc.
Transitive: to dispute sth
Παραδείγματα
The athletes disputed the referee's decision, claiming it was unfair and biased.
Οι αθλητές αμφισβήτησαν την απόφαση του διαιτητή, ισχυριζόμενοι ότι ήταν άδικη και προκατειλημμένη.
02
αμφισβητώ, αμφιβάλλω
to doubt a fact or to call its truth into question
Transitive: to dispute a fact or assertion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dispute
γ΄ ενικό πρόσωπο
disputes
ενεστώτα μετοχή
disputing
απλός αόριστος
disputed
παθητική μετοχή
disputed
Παραδείγματα
They disputed the company's assertion that they had breached the contract.
Αμφισβήτησαν τον ισχυρισμό της εταιρείας ότι είχαν παραβεί τη σύμβαση.
Dispute
01
διαμάχη, σύγκρουση
a disagreement or argument, often involving conflicting opinions or interests
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disputes
Παραδείγματα
The online dispute became a trending topic after both parties publicly aired their grievances.
Η διαδικτυακή διαμάχη έγινε θέμα τάσης αφού και οι δύο πλευρές εξέφρασαν δημοσίως τις παράπονές τους.
02
εργατική διαμάχη, εργατολογική διαφωνία
a disagreement between employers and workers, often leading to strikes, lockouts, or other industrial actions
Παραδείγματα
A dispute arose regarding employee benefits.
Προέκυψε μια διαμάχη σχετικά με τα οφέλη των εργαζομένων.
Λεξικό Δέντρο
disputative
disputed
dispute



























