Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dispel
01
διαλύω, απομακρύνω
to make something disappear
Transitive: to dispel a belief or feeling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dispel
γ΄ ενικό πρόσωπο
dispels
ενεστώτα μετοχή
dispelling
απλός αόριστος
dispelled
παθητική μετοχή
dispelled
Παραδείγματα
The teacher successfully dispelled any confusion by providing clear explanations.
Ο δάσκαλος διέλυσε με επιτυχία κάθε σύγχυση παρέχοντας σαφείς εξηγήσεις.
02
διαλύω, απομακρύνω
to make something disappear or go away by scattering it
Transitive: to dispel sb/sth
Παραδείγματα
The strong wind helped dispel the fog over the lake.
Ο δυνατός άνεμος βοήθησε να διαλυθεί η ομίχλη πάνω από τη λίμνη.



























