Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dispassionate
01
αμερόληπτος, απαθής
not letting one's emotions influence one's judgment and decisions, thus able to stay rational and fair
Παραδείγματα
The report was written in a dispassionate tone, providing a balanced view of the situation.
Η αναφορά γράφτηκε με ένα απαθές ύφος, προσφέροντας μια ισορροπημένη άποψη της κατάστασης.
Λεξικό Δέντρο
dispassionate
passionate



























