Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dispassionate
01
αμερόληπτος, απαθής
not letting one's emotions influence one's judgment and decisions, thus able to stay rational and fair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dispassionate
συγκριτικός βαθμός
more dispassionate
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, judgment, behavior
Παραδείγματα
Her dispassionate analysis of the data helped her make objective decisions.
Η απαθής ανάλυσή της των δεδομένων τη βοήθησε να λάβει αντικειμενικές αποφάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dispassionate
passionate



























