dispassionate
dis
ˈdɪs
ντισ
pa
παι
ssio
ʃə
σα
nate
nət
νατ
/dɪspˈæʃənət/

Ορισμός και σημασία του "dispassionate"στα αγγλικά

dispassionate
01

αμερόληπτος, απαθής

not letting one's emotions influence one's judgment and decisions, thus able to stay rational and fair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dispassionate
συγκριτικός βαθμός
more dispassionate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The report was written in a dispassionate tone, providing a balanced view of the situation.
Η αναφορά γράφτηκε με ένα απαθές ύφος, προσφέροντας μια ισορροπημένη άποψη της κατάστασης.

Λεξικό Δέντρο

dispassionate
passionate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store