Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disparate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disparate
συγκριτικός βαθμός
more disparate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The class discussed the disparate theories proposed by different philosophers on the topic.
Η τάξη συζήτησε τις διαφορετικές θεωρίες που προτάθηκαν από διαφορετικούς φιλοσόφους για το θέμα.
02
διαφορετικός, ετερογενής
consisting of elements that are notably varied or dissimilar in terms of their proportions, similarities, or attributes
Παραδείγματα
Multi-tasking many jobs with a disparate time commitment made workload distribution imbalanced.
Η πολυδιεργασία με διαφορετικές χρονικές δεσμεύσεις έκανε την κατανομή του φόρτου εργασίας ανισόρροπη.
Λεξικό Δέντρο
disparateness
disparate



























