Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disoriented
01
αποπροσανατολισμένος, μπερδεμένος
feeling confused and unsure about one's location, surroundings, or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disoriented
συγκριτικός βαθμός
more disoriented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt disoriented after waking up in an unfamiliar hotel room.
Αισθάνθηκε αποπροσανατολισμένη αφού ξύπνησε σε ένα άγνωστο δωμάτιο ξενοδοχείου.
02
αποπροσανατολισμένος, κοινωνικά αποπροσανατολισμένος
socially disoriented
Λεξικό Δέντρο
disoriented
oriented
orient



























