dismissive
dis
dɪs
ντισ
mi
ˈmɪ
μι
ssive
sɪv
σιβ
/dɪsmˈɪsɪv/

Ορισμός και σημασία του "dismissive"στα αγγλικά

dismissive
01

περιφρονητικός, απαξιωτικός

showing a lack of interest or respect by ignoring or minimizing someone or something's importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dismissive
συγκριτικός βαθμός
more dismissive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her dismissive response to the question indicated she did n't want to talk about it.
Η αποδοκιμαστική της απάντηση στην ερώτηση έδειχνε ότι δεν ήθελε να μιλήσει γι' αυτό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store