Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dismissive
01
περιφρονητικός, απαξιωτικός
showing a lack of interest or respect by ignoring or minimizing someone or something's importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dismissive
συγκριτικός βαθμός
more dismissive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His dismissive tone suggested he didn't value her opinion.
Ο περιφρονητικός του τόνος υποδήλωνε ότι δεν εκτίμησε τη γνώμη της.
Λεξικό Δέντρο
dismissive
dismiss
miss



























