Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dishearten
01
αποθαρρύνω, θλίβω
to cause someone to lose courage, enthusiasm, or hope
Transitive: to dishearten sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dishearten
γ΄ ενικό πρόσωπο
disheartens
ενεστώτα μετοχή
disheartening
απλός αόριστος
disheartened
παθητική μετοχή
disheartened
Παραδείγματα
Receiving a rejection letter can dishearten even the most determined job seeker.
Η λήψη μιας επιστολής απόρριψης μπορεί να αποθαρρύνει ακόμη και τον πιο αποφασισμένο αναζητητή εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
disheartening
disheartenment
dishearten
hearten



























