Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disfigure
01
παραμορφώνω, ακρωτηριάζω
to seriously damage the way something looks, especially a person's body or face
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disfigure
γ΄ ενικό πρόσωπο
disfigures
ενεστώτα μετοχή
disfiguring
απλός αόριστος
disfigured
παθητική μετοχή
disfigured
Παραδείγματα
The accident disfigured her face, leaving visible scars.
Το ατύχημα παραμόρφωσε το πρόσωπό της, αφήνοντας ορατές ουλές.
Λεξικό Δέντρο
disfigurement
disfigure
figure



























