Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disfigure
01
παραμορφώνω, ακρωτηριάζω
to seriously damage the way something looks, especially a person's body or face
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disfigure
γ΄ ενικό πρόσωπο
disfigures
ενεστώτα μετοχή
disfiguring
απλός αόριστος
disfigured
παθητική μετοχή
disfigured
Παραδείγματα
The artist intentionally disfigured the sculpture to convey a sense of imperfection.
Ο καλλιτέχνης παραμόρφωσε σκόπιμα το γλυπτό για να μεταδώσει μια αίσθηση ατέλειας.
Λεξικό Δέντρο
disfigurement
disfigure
figure



























