Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disfavor
01
δυσφημώ, βλάπτω
to disadvantage or harm someone or something by hindering their progress
Transitive: to disfavor sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disfavor
γ΄ ενικό πρόσωπο
disfavors
ενεστώτα μετοχή
disfavoring
απλός αόριστος
disfavored
παθητική μετοχή
disfavored
Παραδείγματα
The new policies disfavored small businesses, making it difficult for them to compete with larger corporations.
Οι νέες πολιτικές δυσφόρησαν τις μικρές επιχειρήσεις, καθιστώντας δύσκολο για αυτές να ανταγωνιστούν τις μεγαλύτερες εταιρείες.
Disfavor
01
δυσμένεια, αποδοκιμασία
a feeling of not liking or rejecting someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disfavors
Παραδείγματα
The new policy received widespread disfavor from employees.
Η νέα πολιτική έλαβε ευρεία δυσαρέσκεια από τους υπαλλήλους.
02
δυσμένεια, αποδοκιμασία
the state of not being liked or accepted
Παραδείγματα
The unpopular decision found itself in disfavor among the community members.
Η αντιδημοφιλής απόφαση βρέθηκε σε δυσμένεια μεταξύ των μελών της κοινότητας.
Λεξικό Δέντρο
disfavor
favor



























