to disfavor
Pronunciation
/dɪsˈfeɪvɝ/
disfavour

Ορισμός και σημασία του "disfavor"στα αγγλικά

to disfavor
01

δυσφημώ, βλάπτω

to disadvantage or harm someone or something by hindering their progress
Transitive: to disfavor sb/sth
to disfavor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disfavor
γ΄ ενικό πρόσωπο
disfavors
ενεστώτα μετοχή
disfavoring
απλός αόριστος
disfavored
παθητική μετοχή
disfavored
Παραδείγματα
Discriminatory hiring practices can disfavor qualified candidates based on their race or gender.
Οι διακριτικές πρακτικές πρόσληψης μπορούν να δυσχεράνουν τους κατάλληλους υποψήφιους με βάση τη φυλή ή το φύλο τους.
01

δυσμένεια, αποδοκιμασία

a feeling of not liking or rejecting someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disfavors
Παραδείγματα
Taking credit for others ' work may lead to disfavor among team members.
Η λήψη πιστώσεων για τη δουλειά των άλλων μπορεί να οδηγήσει σε δυσμένεια μεταξύ των μελών της ομάδας.
02

δυσμένεια, αποδοκιμασία

the state of not being liked or accepted
Παραδείγματα
The product 's decline in quality led to a rapid disfavor among consumers.
Η υποβάθμιση της ποιότητας του προϊόντος οδήγησε σε γρήγορη δυσμένεια μεταξύ των καταναλωτών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store