discontent
dis
dɪs
dis
con
kɒn
kon
tent
ˈtɛnt
tent
malcontentcircumventrepresentmisrepresent

Ορισμός και σημασία του "discontent"στα αγγλικά

discontent
01

δυσαρεστημένος, απογοητευμένος

having a feeling of unhappiness or dissatisfaction with a situation 
discontent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discontent
συγκριτικός βαθμός
more discontent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was discontent with her job, feeling overlooked for promotions. 

Ήταν δυσαρεστημένη με τη δουλειά της, αισθανόμενη ότι αγνοήθηκε για τις προαγωγές.

01

δυσαρέσκεια

a feeling of dissatisfaction and unhappiness with one's current situation or circumstances 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
discontents
Παραδείγματα
The employees' discontent with working conditions led to discussions about potential changes within the company. 

Η δυσαρέσκεια των υπαλλήλων με τις συνθήκες εργασίας οδήγησε σε συζητήσεις για πιθανές αλλαγές εντός της εταιρείας.

to discontent
01

δυσαρεστώ, απογοητεύω

make dissatisfied 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discontent
γ΄ ενικό πρόσωπο
discontents
ενεστώτα μετοχή
discontenting
απλός αόριστος
discontented
παθητική μετοχή
discontented
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store