Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disconfirming
01
μη επιβεβαιωτικό, αναιρούμενο
not indicating the presence of microorganisms or disease or a specific condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disconfirming
συγκριτικός βαθμός
more disconfirming
διαβαθμίσιμο
02
αναιρών, αποδεικνύων ως αναληθή
establishing as invalid or untrue
Λεξικό Δέντρο
disconfirming
confirming
confirm



























