Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discombobulate
01
μπερδεύω, αποπροσανατολίζω
to confuse someone, causing them to feel disoriented or unable to think clearly
Dialect
American
Transitive: to discombobulate sb
humorous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discombobulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
discombobulates
ενεστώτα μετοχή
discombobulating
απλός αόριστος
discombobulated
παθητική μετοχή
discombobulated
Παραδείγματα
The unfamiliar surroundings discombobulated the new employees, making it hard for them to adjust.
Τα άγνωστα περιβάλλοντα σύγχυσαν τους νέους υπαλλήλους, δυσκολεύοντάς τους να προσαρμοστούν.
Λεξικό Δέντρο
discombobulated
discombobulation
discombobulate



























