disconcerting
dis
ˌdɪs
ντισ
con
kən
καν
cer
ˈsɜr
σερρ
ting
tɪng
τινγκ
/dˌɪskənsˈɜːtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "disconcerting"στα αγγλικά

disconcerting
01

αποδιοργανωτικός, ανησυχητικός

causing unease or confusion, often by disrupting expectations or creating uncertainty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disconcerting
συγκριτικός βαθμός
more disconcerting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The disconcerting look on his face suggested something was wrong.
Το αποδιοργανωτικό βλέμμα στο πρόσωπό του υποδήλωνε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Λεξικό Δέντρο

disconcertingly
disconcerting
disconcert
concert
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store