Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disconcerting
01
αποδιοργανωτικός, ανησυχητικός
causing unease or confusion, often by disrupting expectations or creating uncertainty
Παραδείγματα
The disconcerting look on his face suggested something was wrong.
Το αποδιοργανωτικό βλέμμα στο πρόσωπό του υποδήλωνε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Λεξικό Δέντρο
disconcertingly
disconcerting
disconcert
concert



























