Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disconcerting
01
αποδιοργανωτικός, ανησυχητικός
causing unease or confusion, often by disrupting expectations or creating uncertainty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disconcerting
συγκριτικός βαθμός
more disconcerting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The disconcerting news of the company's sudden closure left employees in shock.
Η αποδιοργανωτική είδηση για την ξαφνική κλείσιμο της εταιρείας άφησε τους εργαζόμενους σε σοκ.
Λεξικό Δέντρο
disconcertingly
disconcerting
disconcert
concert



























