to disconcert
Pronunciation
/ˌdɪskənˈsɝt/

Ορισμός και σημασία του "disconcert"στα αγγλικά

to disconcert
01

σαστίζω, αναστατώνω

to unsettle someone, causing them to become stressed or lose their confidence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disconcert
γ΄ ενικό πρόσωπο
disconcerts
ενεστώτα μετοχή
disconcerting
απλός αόριστος
disconcerted
παθητική μετοχή
disconcerted
Παραδείγματα
The unusual behavior of the usually calm colleague disconcerted the entire office.
Η ασυνήθιστη συμπεριφορά του συνήθως ήρεμου συναδέλφου σαστισε ολόκληρο το γραφείο.
02

συγχύζω, ντρέπω

to make someone feel embarrassed
Παραδείγματα
His probing questions about her personal life seemed to disconcert her at the party.
Οι ερευνητικές του ερωτήσεις για την προσωπική της ζωή φαίνεται να την αμηχάνισαν στο πάρτι.

Λεξικό Δέντρο

disconcerting
disconcertion
disconcertment
disconcert
concert
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store