Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disconcert
01
σαστίζω, αναστατώνω
to unsettle someone, causing them to become stressed or lose their confidence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disconcert
γ΄ ενικό πρόσωπο
disconcerts
ενεστώτα μετοχή
disconcerting
απλός αόριστος
disconcerted
παθητική μετοχή
disconcerted
Παραδείγματα
The sudden change in plans disconcerted the entire team, who had prepared for the original schedule.
Η ξαφνική αλλαγή των σχεδίων σύγχυσε ολόκληρη την ομάδα, που είχε προετοιμαστεί για το αρχικό πρόγραμμα.
02
συγχύζω, ντρέπω
to make someone feel embarrassed
Παραδείγματα
She was disconcerted by the awkward silence that followed her announcement.
Ήταν σαστισμένη από την άβολη σιωπή που ακολούθησε την ανακοίνωσή της.
Λεξικό Δέντρο
disconcerting
disconcertion
disconcertment
disconcert
concert



























