Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discomfit
01
αποσυντονίζω, προκαλώ αμηχανία
to make someone feel uneasy, embarrassed, or anxious
Transitive: to discomfit sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discomfit
γ΄ ενικό πρόσωπο
discomfits
ενεστώτα μετοχή
discomfiting
απλός αόριστος
discomfited
παθητική μετοχή
discomfited
Παραδείγματα
Her blunt honesty often discomfited those who expected polite small talk.
Η ευθεία ειλικρίνειά της συχνά αμηχανεί όσους περίμεναν ευγενική συζήτηση.
Λεξικό Δέντρο
discomfited
discomfiture
discomfit



























