to discomfit
dis
dɪs
dis
com
ˈkʌm
kam
fit
fɪt
fit

Ορισμός και σημασία του "discomfit"στα αγγλικά

to discomfit
01

αποσυντονίζω, προκαλώ αμηχανία

to make someone feel uneasy, embarrassed, or anxious 
Transitive: to discomfit sb
to discomfit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discomfit
γ΄ ενικό πρόσωπο
discomfits
ενεστώτα μετοχή
discomfiting
απλός αόριστος
discomfited
παθητική μετοχή
discomfited
Παραδείγματα
Her blunt honesty often discomfited those who expected polite small talk. 

Η ευθεία ειλικρίνειά της συχνά αμηχανεί όσους περίμεναν ευγενική συζήτηση.

Λεξικό Δέντρο

discomfited
discomfiture
discomfit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store