Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disarm
01
αφοπλίζω, ουδετεροποιώ
to deprive someone or something of weapons or the ability to cause harm
Transitive: to disarm sb
Παραδείγματα
Police officers worked to peacefully disarm the suspect holding hostages.
Οι αστυνομικοί εργάστηκαν για να αφοπλίσουν ειρηνικά τον ύποπτο που κρατούσε ομήρους.
02
αφοπλίζω, μειώνω τη στρατιωτική ισχύ
to give up weapons or reduce military strength willingly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disarm
γ΄ ενικό πρόσωπο
disarms
ενεστώτα μετοχή
disarming
απλός αόριστος
disarmed
παθητική μετοχή
disarmed
Παραδείγματα
After the treaty, the troops agreed to disarm by the next day.
Μετά τη συνθήκη, τα στρατεύματα συμφώνησαν να αφοπλιστούν μέχρι την επόμενη ημέρα.
03
αφοπλίζω, κατευνάζω
to calm or reduce someone’s anger, fear, or suspicion
Transitive: to disarm sb
Παραδείγματα
He used humor to disarm the hostile crowd.
Χρησιμοποίησε το χιούμορ για να αφοπλίσει την εχθρική πλήθη.
Λεξικό Δέντρο
disarmer
disarming
disarm
arm



























