to disapprove
dis
dɪs
dis
app
ˈəp
ēp
rove
ru:v
roov
disprove

Ορισμός και σημασία του "disapprove"στα αγγλικά

to disapprove
01

αποδοκιμάζω, δεν εγκρίνω

to have an unfavorable opinion or judgment about something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
disapprove
γ΄ ενικό πρόσωπο
disapproves
ενεστώτα μετοχή
disapproving
απλός αόριστος
disapproved
παθητική μετοχή
disapproved
Παραδείγματα
The manager currently disapproves of tardiness in the workplace. 

Ο διαχειριστής δεν εγκρίνει προς το παρόν τις καθυστερήσεις στον χώρο εργασίας.

02

αποδοκιμάζω

deem wrong or inappropriate 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store