Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disapprove
01
αποδοκιμάζω, δεν εγκρίνω
to have an unfavorable opinion or judgment about something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
disapprove
γ΄ ενικό πρόσωπο
disapproves
ενεστώτα μετοχή
disapproving
απλός αόριστος
disapproved
παθητική μετοχή
disapproved
Παραδείγματα
Some customers disapprove of the restaurant's recent menu changes.
Ορισμένοι πελάτες δεν εγκρίνουν τις πρόσφατες αλλαγές στο μενού του εστιατορίου.
02
αποδοκιμάζω
deem wrong or inappropriate
Λεξικό Δέντρο
disapprove
approve



























