Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disappointing
01
απογοητευτικός, θλιβερός
not fulfilling one's expectations or hopes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disappointing
συγκριτικός βαθμός
more disappointing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Hearing the disappointing news about the cancellation of the concert saddened many fans.
Η ακρόαση της απογοητευτικής είδησης για την ακύρωση της συναυλίας στεναχώρησε πολλούς θαυμαστές.
Λεξικό Δέντρο
disappointingly
disappointing
disappoint
appoint



























