to allay
a
ə
ē
llay
ˈleɪ
lei
alloyalley

Ορισμός και σημασία του "allay"στα αγγλικά

to allay
01

κατευνάζω, ικανοποιώ

to satisfy a need such as thirst or hunger 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allay
γ΄ ενικό πρόσωπο
allays
ενεστώτα μετοχή
allaying
απλός αόριστος
allayed
παθητική μετοχή
allayed
Παραδείγματα
A glass of water allayed his thirst. 

Ένα ποτήρι νερό κατέπραξε τη δίψα του.

02

κατευνάζω, ανακουφίζω

to make something, such as an emotion, less intense 
Παραδείγματα
Her kind words allayed my fears about the upcoming test. 

Τα καλά της λόγια κατέπνευσαν τους φόβους μου για την επερχόμενη δοκιμασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store