Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to allay
01
κατευνάζω, ικανοποιώ
to satisfy a need such as thirst or hunger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allay
γ΄ ενικό πρόσωπο
allays
ενεστώτα μετοχή
allaying
απλός αόριστος
allayed
παθητική μετοχή
allayed
Παραδείγματα
A glass of water allayed his thirst.
Ένα ποτήρι νερό κατέπραξε τη δίψα του.
Λεξικό Δέντρο
allayer
allay



























