Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to allay
01
κατευνάζω, ικανοποιώ
to satisfy a need such as thirst or hunger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allay
γ΄ ενικό πρόσωπο
allays
ενεστώτα μετοχή
allaying
απλός αόριστος
allayed
παθητική μετοχή
allayed
Παραδείγματα
The farmer 's breakfast allayed his early-morning hunger.
Το πρωινό του αγρότη κατέπραξε την πρωινή του πείνα.
Λεξικό Δέντρο
allayer
allay



























